Αναπτυξιακή Διαταραχή Κινητικού Συντονισμού, DCD (Developmental Coordination disorder)

Η αναπτυξιακή διαταραχή κινητικού συντονισμού, αναφέρεται στην καθυστέρηση ανάπτυξης των κινητικών δεξιοτήτων του παιδιού ή στη δυσκολία του κινητικού του συντονισμού. Αυτό έχει ως  αποτέλεσμα τη μειωμένη επίδοση ή την αδυναμία του να ολοκληρώσει με επιτυχία δραστηριότητες της καθημερινότητας που απαιτούν κίνηση. Συχνά, τόσο από τους γονείς όσο και από τους εκπαιδευτικούς, χρησιμοποιείται ο όρος «αδέξιο παιδί» καθώς το παιδί πέφτει συχνά και δυσκολεύεται να εκτελέσει απλές κινητικές δραστηριότητες όπως το κατέβασμα μιας σκάλας ή το δέσιμο των κορδονιών του.

Το ποσοστό των παιδιών που αντιμετωπίζουν αναπτυξιακή διαταραχή κινητικού συντονισμού ανέρχεται στο 5 – 6 % των παιδιών σχολικής ηλικίας και η εμφάνισή της δεν προϋποθέτει την παρουσία άλλων διαταραχών. Επίσης, τα κινητικά ελλείμματα δεν είναι απόρροια άλλων δυσκολιών όπως οι δυσκολίες όρασης ή άλλου τύπου νευρολογικές δυσκολίες. Συχνά παρατηρούνται δυσκολίες στον λόγο ή/και μαθησιακές δυσκολίες. Επιδημιολογικά παρατηρείται αυξημένη εμφάνιση στα αγόρια έναντι των κοριτσιών με αρκετές μελέτες να εντοπίζουν ένα ποσοστό περίπου 3:1.

Η εικόνα των παιδιών με DCD και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν  δεν ακολουθούν πλήρη ομοιομορφία και εξαρτώνται τόσο από τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος όσο και από τις προτιμήσεις και τα ενδιαφέροντα που το παιδί υιοθετεί.  Παρακάτω αναφέρονται μερικά από τα χαρακτηριστικά των παιδιών με αναπτυξιακή διαταραχή κινητικού συντονισμού.

  • Το παιδί πέφτει συχνά ή ρίχνει αντικείμενα καθώς κινείται στον χώρο.
  • Η εκμάθηση και κατάκτηση συντονισμένων κινητικών προτύπων, απαιτεί περισσότερο χρόνο από ότι ο μέσος όρος των παιδιών αντίστοιχης ηλικίας, για παράδειγμα το παιδί δεν μπορεί να κάνει ποδήλατο ή να παίξει ικανοποιητικά με την μπάλα.
  • Πιθανόν να εμφανίζει δυσκολίες στην ισορροπία και να αποφεύγει αντίστοιχες δραστηριότητες.
  • Συνηθίζει να επιλέγει δραστηριότητες με μειωμένες κινητικές απαιτήσεις, ενώ αποφεύγει τα ομαδικά κινητικά παιχνίδια κατά τη διάρκεια των διαλλειμάτων του σχολείου.
  • Μπορεί να παρατηρηθεί δυσκολία τόσο στην ολοκλήρωση ενός σχεδίου (ζωγραφιά), όσο και στη γραφοκινητική του ικανότητα και τη σχολική του επίδοση.
  • Παρατηρείται ανεπαρκής επίδοση στις δραστηριότητες αυτοφροντίδας.

Οι παραπάνω δυσκολίες έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην κοινωνική συναναστροφή του παιδιού και στην ένταξή του σε ομάδες συνομηλίκων τα οποία συχνά οδηγούν μειωμένη αυτοεκτίμηση. Είναι σημαντικό τόσο οι γονείς όσο και οι εκπαιδευτικοί να είναι σε θέση να αναγνωρίσουν και να κατανοήσουν τις δυσκολίες του παιδιού. Η έγκαιρη διάγνωση και η αντιμετώπιση των συγκεκριμένων δυσκολιών, αποτελούν κριτήρια για την ομαλή εξέλιξη και αποκατάστασή τους.