Τι ειναι η πλαστικότητα του εγκεφάλου και πώς επηρεάζει τη μάθηση;

Γιατί άραγε τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού είναι τόσο σημαντικά για την εκμάθηση νέων δεξιοτήτων; Το ερώτημα αυτό βρίσκει απάντηση σε αυτό που ονομάζεται «πλαστικότητα του εγκεφάου». Με απλά λόγια, μπορούμε να πούμε ότι η «εγκεφαλική πλαστικότητα» είναι ο τρόπος με τον οποίο μεταβάλλονται οι συνάψεις στον εγκέφαλό μας. Οι συνάψεις είναι ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους οι νευρώνες (νευρικά κύτταρα)  του εγκεφάλου μας. Τα διάφορα περιβαλλοντικά ερεθίσματα συμβάλλουν στην ενίσχυση των συνάψεων καθώς και στη δημιουργία νέων. Τι εννοούμε όμως με τον όρο «συνάψεις»;

Κάθε φορά που ο άνθρωπος σκέφτεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο, νιώθει ένα συγκεκριμένο συναίσθημα ή ολοκληρώνει μία ενέργεια με τον ίδιο τρόπο, ενεργοποιούνται οι ίδιες συνάψεις/συνδέσεις μεταξύ των νευρώνων του και αυτές ενισχύονται κάθε φορά που οι διάφορες ενέργειες επαναλαμβάνονται με έναν όμοιο τρόπο. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οτιδήποτε επαναλαμβάνουμε αρκετές φορές το αφομοιώνουμε καλύτερα και είναι αρκετά οικείο σε εμάς.

Τι θα συμβεί όμως αν τροποποιήσουμε  τον τρόπο με τον οποίο κάνουμε κάποιες καθημερινές εργασίες ή ξεκινήσουμε να εκπαιδευόμαστε σε κάτι καινούριο, όπως για παράδειγμα η εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου; Τότε ο εγκέφαλός μας θα δημιουργήσει και θα χρησιμοποιήσει νέες συνδέσεις (συνάψεις) μεταξύ των νευρώνων του. Όσο περισσότερο θα χρησιμοποιούνται αυτές οι νέες συνδέσεις μέσω της συνεχούς επανάληψης τόσο θα εξασθενούν οι παλαιότερες. Αυτή η δυνατότητα οφείλεται στην «πλαστικότητα του εγκεφάλου» η οποία σύμφωνα με έρευνες είναι πιο ισχυρή κατά τη βρεφική και πρώιμη παιδική ηλικία.

 

Επηρεάζουν τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα την Εγκεφαλική Ανάπτυξη στα παιδιά;

Τα αποτελέσματα πολλών ερευνών υποστηρίζουν τη σημαντικότητα του να λαμβάνουν τα παιδιά τα σωστά περιβαλλοντικά ερεθίσματα, αφού η «πλαστικότητα» του εγκεφάλου τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, επιτρέπει μία αυξημένη ικανότητα μάθησης. Για τον λόγο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό ένα παιδί να λαμβάνει σωστά ερεθίσματα από το περιβάλλον του (οικογένεια, σχολείο) στα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής του. Επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι πολλά παιδιά με γλωσσικές, επικοινωνιακές και κινητικές δυσκολίες εντάσσονται σε πρώιμα προγράμματα παρέμβασης ήδη από την ηλικία των 24 μηνών (δύο ετών).

 

Τέλος, η «πλαστικότητα του εγκεφάλου» είναι εκείνη που διευκολύνει την εκμάθηση μίας δεύτερης γλώσσας σε ένα παιδί πολύ μικρής ηλικίας. Αυτό παρατηρείται ιδιαίτερα στα παιδιά που εκτίθενται ταυτόχρονα σε δύο γλώσσες (δίγλωσσα παιδιά). Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το πόσο γρήγορα και εύκολα κατακτάται μία γλώσσα σε πρώιμη παιδική ηλικία σε σύγκριση με την εκμάθηση αυτής σε μετέπειτα ηλικίες.

 

 

Πηγές:

Sparrow, S.S., & Davis, S. (2000). Recent advances in the assessment of intelligence and cognition. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 41(1), 117-131.

Anderson, V., Northam, E., Hendy, J., & Wrennall, J. (2001). Developmental neuropsychology: A clinical approach. East Sussex: Psychology Press.