Το άγχος στην παιδική ηλικία

Το άγχος αποτελεί μια βασική λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού η οποία προκαλεί υπερδιέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Αυτό σημαίνει πως σε περιόδους έντονου άγχους το άτομο βιώνει θλίψη, έλλειψη ευχαρίστησης, ευερεθιστότητα, ανυπομονησία, εύκολη κόπωση, θυμό καθώς επίσης είναι πολύ πιθανό ν’αναπτύξει παροδικές ή μακροχρόνιες φοβίες. Το άγχος ενεργοποιείται όταν το άτομο αντιλαμβάνεται μια συνθήκη ή ένα ερέθισμα ως κάτι απειλητικό είτε αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα είτε όχι.

Το άγχος χωρίζεται σε δυο κατηγορίες: το δημιουργικό άγχος, όπου το άτομο βρίσκεται σε εγρήγορση και πετυχαίνει τους στόχους που θέτει και το παθολογικό άγχος (μεγάλης έντασης και συχνότητας), το οποίο καθιστά το άτομο  μη λειτουργικό στην καθημερινότητά του.

Όλοι μπορεί να νιώσουμε άγχος. Όσον αφορά τα παιδιά (τα οποία δεν έχουν αναπτύξει επαρκώς ή/και δε γνωρίζουν τρόπους αναγνώρισης και διαχείρισης του άγχους) θα μπορούσαμε να πούμε πως ταλαιπωρούνται περισσότερο από τα ψυχολογικά και σωματικά συμπτώματα που τους προκαλεί.

 

Το άγχος των παιδιών είναι πιθανό να πηγάζει από οτιδήποτε μπορεί να τους προκαλέσει αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα, όπως:

  • Σχολική επίδοση
  • Αποδοχή από τους άλλους
  • Έλλειψη κοινωνικοποίησης
  • Δυσμενείς οικογενειακές σχέσεις
  • Αυξημένες προσδοκίες των γονέων τους
  • Ελλιπείς δεξιοτητές τους σε διάφορες δραστηριότητες
  • Τραυματική εμπειρία που έχουν υποστεί
  • Έκθεση σε άγνωστες συνθήκες
  • Επίλυση κάποιου προβλήματος

 

Πολλές φορές συναντάμε παιδιά που λόγω άγχους μπορεί να εμφανίσουν επιθετικότητα, αδυναμία ν’αποχωριστούν αγαπημένα πρόσωπα και αντικείμενα και φοβίες διαφόρων ειδών (π.χ. έλλειψη επιθυμίας σε αθλητικές δραστηριότητες, άρνηση να βγουν από το σπίτι, να μείνουν μόνα τους ή να δοκιμάσουν κάτι καινούριο). Επίσης, μπορεί να παρουσιάσουν έντονα σωματικά συμπτώματα (πόνο στην κοιλιά, εφίδρωση, ζαλάδα, ταχυκαρδία κτλ), ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, κρίσεις πανικού, επιλεκτική αλαλία καθώς και γενικευμένη αγχώδη διαταραχή κατα την οποία εμφανίζουν υπερβολική ανησυχία για καθετί που πρόκειται να κάνουν, τελειομανία, αυτοαμφισβήτηση και γι’αυτό μπορεί να ζητούν συνεχή επιβεβαίωση και επιβράβευση από τους άλλους. Τέλος, είναι πιθανό να εμφανιστεί τάση για απομόνωση, προκλητική συμπεριφορά, που στην εφηβική ηλικία μπορεί να μετατραπεί σε παραβατική συμπεριφορά και καταχρήσεις (π.χ. αλκοόλ και άλλων ουσιών).

Ένα παιδί του οποίου κάποιος συγγενής έχει διαγνωστεί με κάποια αγχώδη διαταραχή έχει περισσότερες πιθανότητες να το εμφανίσει και το ίδιο. Ωστόσο, αν το περιβάλλον στο οποίο  μεγαλώνει είναι υγιές, τότε πιθανότατα δε θα εμφανίσει ακραία συμπτώματα άγχους. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και όταν υπάρχει γονιδιακή προδιάθεση, οι διαστάσεις που θα λάβει μία αγχώδη διαταραχή θα εξαρτηθεί από τις σχέσεις του με το οικογενειακό, φιλικό, σχολικό και κοινωνικό του περιβάλλον. Συνεπώς, ένα περιβάλλον με απαξίωση του παιδιού, εντάσεις, αντιφατικά μηνύματα, υπερβολικές, για την παρούσα χρονική περίοδο, απαιτήσεις και προσδοκίες, συνεχείς αλλαγές και καθήλωση στα «πρέπει» κι όχι στα «θέλω» μπορεί να δημιουργήσει  έντονο άγχος στο παιδί και ανασφάλεια.

Αν λοιπόν το άγχος του παιδιού το καθιστά δυσλειτουργικό στην καθημερινότητά του και του προκαλεί δυσφορία σε επίπεδο σωματικών συμπτωμάτων, σκέψης, συναισθημάτων και συμπεριφοράς τότε κρίνεται απαραίτητη η Ψυχοθεραπευτική παρέμβαση η οποία καλείται ν’ανακουφίσει το παιδί και να του μάθει νέους τρόπους διαχείρισης του άγχους του. Ταυτόχρονα, θα ήταν καλό οι γονείς να κάνουν Συμβουλευτική προκειμένου να μάθουν κάποιους βοηθητικούς τρόπους προσέγγισης του παιδιού αλλά και των δυσκολιών του έτσι ώστε να μη νιώθει μόνο του και να μην αισθάνεται πως το ίδιο ευθύνεται γι’αυτό που του συμβαίνει.

2018-12-04T16:11:02+00:00
error: Content is protected !!